Send mail to sv7qi@pkteam.gr with questions or comments about this web site.
Copyright © 2008 SV7QI Ham Radio Station
Αγγειά (τα) ·  α) τα εργαλεία της δουλειάς  και τα σκεύη μεταφοράς τροφής   β) τα αιδοία.
Άστι να ν παραχώσουμι·· τ' αγγειά (βάλτι)ζ d γουμάρα = Πάμε να φύγουμε · φορτώστε τα πράγματα.
Που  'γάλια (πιρπάτα) να μη τσακίης τ' αγγειά σ' =Βάδιζε ήσυχα, μη τύχη και τσακίσης τα αιδοία σου.
          Αγκίδα (η) [ιδέ και πιλικούδα] · το κορίτσι. Πόσις αγκίδις πατάς; = πόσα κορίτσια έχεις;
          Αγρόπατκου (του) [ιδέ  και πάτκα] · το κούτσουρο το  αμπελήσιο.
Ζιόρδουσι καμπόσα αγρόπατκα ια τ' φόγγου= Τσάκισε μερικά κούτσουρα για τη φωτιά.
Αγουϊάτις (οι) [ιδέ και τσέρα] · οι γάμπες των κοριτσιών.
Σ' πατάει κατ' αγουϊάτις όρματ', π' (άντα d ζ γλεψ' ) σκώνουντι τα τούϊα σ' =Σου έχει κάτι γάμπες (που στο αντίκρυσμά των) τα μυαλά σου παίρνουν αέρα, σε πιάνει ερωτικός πόθος[3]).
          Αζβισταρά (η) [ιδέ  ντάλιους] · το τυρί
Σήμιρα δεν κάηκιν η αζβισταρά = Σήμερα το αφεντικό δεν μας έφερε τυρί (να φάμε).
Αμπάλουμα (του) ·το πάρσιμο των ημερομισθίων.
Αμπαλώνουμι · παίρνω τα ημερομίσθια, παίρνω χρήματα στο χέρι μου . αμπαλώθηκα = πήρα τα ημερομίσθιά μου.
Αντιρί τ' Κόλτς (τ')·τα πέτουρα της πίττας.
Ξέξέτι  τ' αντιρί τ' Κόλτς ·τσούξτι κι τσιότσιουν= Ξεσηκώσετε τα πέτουρα της πίτας (και τρώτε) · πιέτε και κρασί.
          Αρβανίτς (ου) · το καρύδι. Ιψέ ττ τσιούριψαν  τς αρβανίτις= Ψες του έκλεψαν τα καρύδια.
          Αρχόντσα (η) · η αχυρώνα. Ζάπιψα σν αρχόντσα = Κοιμήθηκα στην αχυρώνα.

Β.
          Βάζου · πεθάινω. Έβαξιν  ου κούδας= Πέθανε ο μάστορας.
          Βαρό (του) · το αλεύρι. Δε φσάει βαρό και  τραβάει κατ΄λόρδις! = Δεν έχει αλεύρι και σου έχει κάτι πείνες!
          Βλάχ΄κους γκαλιούρς [1]· (ου) το φεγγάρι. Ν' παράχουσιν ου βλάχ΄κους = Έδυσε το φεγγάρι.
Γ.
          Γάστρα (η) · α) το καθησιό  β) η ανεργία. Τό  'χουμι γάστρα ταχιά = Αύριο θα καθήσουμε, γιατί είναι γιορτή · μα και , αύριο θα είμαστε χωρίς δουλειά.
          Γαστρώνου· α) κάθομαι β) είμαι άνεργος. Όλ' οι κουδάροι d γαστρών = Όλοι οι μαστόροι κάθονται ή είναι άνεργοι.
          Γκατζώνου = μετρώ λεπτά.
Γκάτζουμα  (του) · [ιδέ το αμπάλουμα] το πάρσιμο χρημάτων.
          (ιδέ αμπαλώνουμι] = Παίρνω στα χέρια μου λεφτά.
Γκαλιούρς (ου) [ιδέ και σούζουλο]· ο ήλιος. Καλουέριψιν ου γκαλιούρς, άστι να ν παραχώσουμι = Ο ήλιος έδυσε (ας παρατήσουμε τη δουλειά) και πάμε για το σπίτι.  -Ώι! Ζύϊασιν ου γκαλιούρς κι  γω μανέφκα. Άϊντι να μανέψουμι = Ω! Ο ήλιος δείχνει μεσημέρι κ' εγώ  πείνασα. Πάμε να φάμε.
Γκατζιόρ (η) [ιδέ και λουβί]· τα χρήματα τα πάνω από μια δραχμή, τα αντίθετα από τα λιανώματα. Τώρα π' πατάου γκατζιόρ, σ' αλλάζου τουν αδόξαστου = Τώρα, που έχω χρήματα, σου αλλάζω την πίστη.
Γκόγκανας (ου) · ο  άνυφτος και άπλυτος.
Γκόλιαβους (ου) γλυκίσματα που τα λέμε και σαλιάρια. Τα φκιάνουν με λάδι, αλεύρι και καρύδια και τα δίνουν το σχήμα των σαλιάγκων. Πόσ' γκόλιαβ' έστειλιν (η νύφ'); = πόσα σαλιάρια έστειλεν η νύφη (στο γαμβρό);
Γκουτζβιρό (του)· το αμπέλι. Ου αντίχστους τό 'ραξιν  ένα γκουτζβιρό όρματου , b δεν έχ΄ου ντουνιάς - Ο αθεόφοβος του έδωσε (για προίκα) ένα αμπέλι, που δεν έχει όμοιο όλος ο κόσμος.
Γκλιάγκλια (η) [ιδέ και ντριτσάλου]· η ώρα. Ω! έραξιν η γκλιάγκλια, άϊντι να πατώσουμι =Ω! ήλθεν η ώρα, πάμε να φάμε.
 
Δ
Δικράνια (τα)·  οι φουκλίτσες, τα πιρούνια. Ράξι ιδώθι τα δικράνια = Μοίρασε προς ετούτο το μέρος πιρούνια.
Δισάκκια (τα) ·  τα αιδοία.  Υάλτζι  κριμασμένα δισάκκια! = Ιδέ κρεμασμένους όρχεις!
 
Ζ
Ζάκα τα μούκα τα (φράση) [ιδέ το μούκου] ·  κλέψ' τα, κρύψ' τα.
Ζαβόρτσα (η) · η θύρα. Μ' πήριν τ' αφτιά η ζαβόρτσα = με ξεκούφανε η θύρα.  - Όρματ΄ ζαβόρτσα! - Καλή θύρα! 
          Ζαπεύου· κοιμώμαι.  Ζαπεύ' σαν του βόϊδ' = κοιμάται σαν το βόδι.
          Ζάπους (ου) · ο ύπνος. Π' του ζάπου πιάσκις = Από τον ύπνο τα μέλη του σώματός σου πιάστηκαν.
          Ζιαμπόχιλα (τα)· τα πράσα. Υαλίζου τα ζιαμπόχιλα δε σ' κατιβαίν = βλέπω τα πράσα δε σου φέρνουν όρεξη.
          Ζιούπινα (η) · η πίττα. Ια κ' η μουχούσα μι d ζιούπινα. Άστι να ν πατώσουμι = Να και η κυρά του αφεντικού με την πίττα. Πάμε να γεμώσουμε καλά την κοιλιά μας.
          Ζιούτους (ου) · ντουβάρι. Υάλτζέ του ουρματότιρου· θα ν καψαλώσ' ου ζιούτους = Φκιάνε το καλύτερα το ντουβάρι, (γιατί όπως το φκιάνεις) θα πέση.
          Ζιούλα πρακατέ (φράση) · κλέφτω. Τό  'καμιν ζιούλα πρακατέ = το έκλεψεν.
         
Η
Ηλιάζου·  έχω. Πού τα ήλιαζιν τα  έρμα; (τα πλατανόφλλα); = Σε ποιο μέρος τα έχουν (και δίνουν δωρεάν) τα εκατοστάρικα;
 
Ι
Ιουμπρίκ  [2] (του)·  το πέος. Του ιουμπρικ σ' τριπύθκιν = Δε βαστάει πια το πέος σου το κατούρημα.

Κ
Καίου· βγάζω και φέρνω. Κάηκιν σήμιρα η αζβισταρά κ' ήφιριν όλου κλειδιά· μανιβέτι ο μπαρός φσάει = Σήμερα το αφεντικό έβγαλε από το καδί τυρί και μας έφερε όλο φέτα· τρώτε όσο μπορείτε· ο κύριος έχει να μας φέρει κι άλλο.
Καϊπιώνουμι· [1] χάνομαι, κρύβομαι. Καϊπιώθνικν ου παλαέντς= Το γαϊδούρι κρύφτηκε, χάθηκε.
Καϊπιώνου· κρύβω.
Κάκου (η) · η θέρμη. Μι τναζ' η κάκου = Η θέρμη με τινάζει, μου φέρνει ρίγος.
Καλόγρις (οι) οι ελιές. Μ' φταν στου μάνημα καλόγρις κι καυτιρό= Μου είναι αρκετό  να 'χω στο τραπέζι ελιές και κρομμύδι (ή σκόρδο).
Καλουϊρεύου· δύω. Καλουέριψιν ου γκαλιούρς· να ν καψαλώσουμι = Ο ήλιος έδυσε· να φύγουμε.
Καπέλου · μόνον στη φράση αυτήν· Τό  'βαλα  καπέλου  = Τον θύμωσα.
Κασσανdρινό (του)· η καμπάνα. Του  κασσανdρινό τ' (ν' ακούσου) = Να ακούσω την καμπάνα να χτυπάη για την κηδεία του. Κατάρα .
Καστανόζμους (ου) ·  ο καφές. Ώι, δε θα ράξ' η μουχούσα καστανόζμουν; = ω, η κυρά μας δε θα μας φκιάση καφέν;
Καυτιρά (τα) ·  α) τα κρομμύδια β) τα σκόρδα. Καυτιρά και πάλι καυτιρά, μπιζέρσα =  Κρομμύδια (σκόρδα) και πάλι κρομμύδια, βαρέθηκα, αηδίασα.
Καψαλώνου· α) αναχωρώ, φεύγω β) κρημνίζομαι.  Ν  καψάλουσιν ου παλαέντς = Έφυγε το γαϊδούρι. -Θα ν καψαλώσ' ου ζιούτους = θα πέση το ντουβάρι.
Κιούρου (η) · η εκκλησιά. Σ' ην κιούρου θ' αράξουμι = Στην Εκκλησιά  θα πάμε.
Κλακ [ιδέ  καπέλου και φράγκους] μόνο στη φράση · Το 'βαλα κλακ = Τον θύμωσα πάρα πολύ.
Κλάψας (ου) · το λάδι. Μπάρα ου κλάψας· μανιβέτι = Στο φαεί το λάδι είναι μπάρα (δηλ. πολύ) · τρώγετε.
Κλώθουμι· αργοπορώ, βραδύνω παραμένοντας κάπου. Θα κλουστώ ψίχα = θα βραδύνω ολίγο.
Κναβ (του) · το κορίτσι, η αρραβωνιαστικιά.  Υάλτσι  όρματου κναβ - Ιδέ κοπέλλα όμορφη  (ή αρραβωνιαστικιά).
Καλιάρια (τα) ·το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς. Απόψι θα κουνέψου στα καλιάρια = Απόψε θα κοιμηθώ στο σπίτι της αγάπης.
Κοάτσνα  (τα) · τα πρόβατα. Ο κουρτς τα δικάτσιν τα κοάτσνα= Ο λύκος έφαγεν από τα  πρόβατα.
Κόφτω καρφιά· κρυώνω. Τζαντζάλ' η μαλλιότου· θα κόψου καρφιά = Η κάπα είναι πολύ λεπτή και θα κρυώσω.
Κούδα (η) · Η οικογένεια του μάστορα. Πόσ' κούδα φσας; =Πόσα άτομα έχεις;
Κουδαρίτκα · η γλώσσα των μαστόρων.
Κούδας (ου) ·  ο μάστορας. Οι κουδαραί τα τσλιζν τα κουδαρίτκα = Οι μαστόροι μιλούν τα μαστόρικα .
Κόκκινα · τα κεραμίδια
Κουλουβό  (το)· το μεροκάματο.
Κουρδώνουμι [ιδέ βάζου] ·  αποθνήσκω. Κουρδώθκιν ου μπαρός = απέθανε ο κύριος.
Κουπιά (τα)· τα κουτάλια. Ράξι κουπιά ιδώθι= Μοίρασε κουτάλια προς ετούτο το μέρος.
Κουρτς [2] (ου) · ο λύκος.
Κουσίδια (τα) · τα σταφύλια. Του ντρανουβίτ' τουν πάτσα κουσίδια = Τον τροβά τον γέμισα καλά σταφύλια.
Κουφάλα (η) · η εταίρα.
Κούφιου (του) · το σπίτι. Του μάνιψιν κι του κούφιου ου μπαρός =ο κύριος πούλησε και το σπίτι και έφαγε τα λεφτά.
Κούφλιαν · η κολοκύθα. Μανεύ' κούφλιαν =  Τρώει κολοκύθα.
Κόφτω προικιά· α) κάμνω ζημιά β) τιμωρώ. Έκουψιν προικιά ου άλλος ιψέ = Ο άλλος ψες απόλυσε τα πραματα (τα ζώα στο χωράφι ή στο αμπέλι) και έκαμε ζημιά. -Τόκουψαν τα προικιά = Στο δικαστήριο τον τιμώρησαν με πρόστιμο χρηματικό.
Κυραμάρου (η) · η αλούπα. Τις ξιπάτουσιν  όλις τις φτιρουτές η κυραμάρου = Όλες τις όρνιθες τις έφαγε η αλούπα.

Λ
Λαγός (ου) α) το παιδί της οικογένειας β) το παιδί που υπηρετεί την παρέα των μαστόρων ή εργατών.  Λαγοί ή αγκίδις φσας; = Παιδιά ή κορίτσια έχεις; Ουά! ου λαγός ν  καψάλουσιν μι τουν τισσιρουπόδαρου! = Το παιδί έφυγε με το γαϊδούρι.
Λιούρου (η) · η ρακή. Τιάνια ίνγκιν π' τη λιούρου = Μέθυσε από ρακή, έγινε Τιάνια, στουπί στο μεθύσι.
Λιούτου (η) · η λάσπη. Υάλτζέ ν τ' λιούτου, πραχάλνα ν ουρματότιρ, βγάνι τις μανούρις = Πρόσεχε, δεν έχεις καλά φκιαγμένη τη λάσπη, δούλευέ την καλύτερα, βγάνε τις πέτρες.
          Λόπτσιους (ου) ο χαλβάς. Λόπτσιους όρματους = Χαλβάς παχύς και γλυκός.
          Λόπτσις (οι) [ιδέ και μανάβια] · τα καρφιά. Υάλτζι, φσάει τίπουτα λόπτσις; = Πήγαινε  κοίταξε, βρίσκονται τίποτε καρφιά;
          Λόρδα (η) η πείνα. Σ' τραβάει κάτ' λόρδις! = Βρίσκεται σε μια φτώχεια και πείνα!
          Λουβί (του) τα λιανώματα, τα ψιλά. Φσας λουβί; = Έχεις  λιανώματα, ψιλά (χρήματα);
 
          Μ
Μαλλιότου (η) ·  η κάπα.
Μανάβια (τα) [ιδέ λόπτσις]· τα καρφιά. Ράξι μανάβια = Δώσε, φέρε καρφιά.
Μανεύου · α) τρώγω β) ξοδιάζω γ) τσαμπουνώ, φλυαρώ. Μάνιβι όσου παίρν΄ = Τρώγε όσο παίρνει η κοιλιά σου. - μάνιψιν d  γκατζιόρ = Τα ξόδιασε τα λεφτά. - Τι τ' μανεύς; = τι τσαμπνάς, τι φλυαρείς;
Μανεύουμι · πεινώ. Μανεύκα = πείνασα.
Μάνημα  (του) · το φαεί, το τραπέζι. Πιάλα σου μάνημα - τρέξε γρήγορα στο φαεί.
Μανόλτς (ου) · το ψωμί. Οι μανόλτς σκούφιασιν = Το ψωμί σώθηκε.
Μανούρα (η) · η πέτρα. Όρματις  μανούρις = Καλές πέτρες.
Μάνους (ου) [ιδέ και ξέρακας] · το ψωμί.  Μπίτσιν ο μάνυς = τέλεισε το ψωμί.
Μάσιαλα! Τις φουρείς·  φράση  = Μπράβο! Είσαι  γεμάτος ψείρες.
Ματσιαγγόνα (η) [ιδέ και κουφάλα] · η εταίρα.
Ματσεύου χέζω. Ου λαγός πάει να ματσεψ' = το παιδί πήγε να χέση.
Ματσιαρειό (του) το αποχωρητήριο. Απόμκιν στου ματσιαρειό = Έχει πολύ ώρα που κάθεται στο αποχωρητήριο.
Ματσκώνου  παίρνω καρφιά.
Μίσιους (ου) ·  το φαεί, το κρέας. Τουν έγλυψαν του μίσιου = Ως το κόκκαλο  το έφαγαν το κρέας.
Μπαγλαρώνω [1] · δένω
Μπαϊντόνα (η) το ξύλο, βάρεμα, ξυλοφόρτωμα. Τουν χόριψα μια μπαϊντόνα! Ια ν ψάθα = Τον βάρεσα τόσο πολύ, που έπρεπε να τον σηκώσουν από καταγής στην ψάθα.
Μπαϊντός (ου) ·  η ώρα που παύουν τη δουλειά. Μπαϊντός, μπαϊντός! Άστι να μανέψουμι = Έπαυσε η δουλειά, ελάτε να φάμε.
Μπάλιους (ου) ·  ο ήσκιος. Γάστρωσι ψίχα στου μπάλιου = κάθησε λίγο στην ήσκιο.
Μπαλτέκου (η) ·   η τσιακούρα. Τουν τσιόλτσιν μι d μπαλτέκου - τον σκότωσε με την τσιακούρα.
Μπαρός (ου) · α) αφεντικό β) οποιοσδήποτε άνθρωπος. Ου μπαρός  σα φιγγίτς· φκιάνι ( ή υάλτζέτι) ν πραχάλα σ' όρματ' = Το αφεντικό στέκει πάνω από το κεφάλι μας σα φεγγίτης· φκιάνετε τη δουλειά όσο μπορείτε καλή.  - Του  μπαρό δεν τ' πιάσκιν η πραχάλα = Δεν του φάνηκε η δουλειά τον κύριο άξια  για το τομάρι του.
Μουχός  (υβριστικό) · παλιάνθρωπος.
Μπέλους  (ου) · το χιόνι. Το' στρουσιν ου μπέλους = Το χιόνι όλα τα σκέπασε έξω.
Μπούκλις (οι)· τα βυζιά της γυναίκας. Μπούκλις όρματις, ιά πραχάλτζμα = βυζιά αφράτα για τρίψιμο.
Μουχούσα (η) [ιδέ  και η ντούφινα] ·   η κυρία του αφεντικού. Υάλτζι τ  μουχούσα·  όρματ! Θέλ' πραχάλτζμα = καμάρωσε τη κυρά μας, είναι πολύ όμορφη! Θέλει τρίψιμο.
Μούκου· σιώπα, μη λες τίποτα, μη φανερώσης. Ζιούλα πρακατέ· μούκου = Κλέψ' τα· σιώπα, μη φανερώσης.
Ν
Ντιάντιους  (ου) · ο κώλος .
Ντάλιους (ου) [ιδέ αζβισταρά] · το τυρί. Ντιπ τουν μάνιψιν του ντάλιου· =Πέρα και πέρα το έφαγε το τυρί. -Υάλτζέτι, ου μπαρός τι μας κουβάλτσιν· ζιούπινα, ντάλιουν, τσιότσιουν =Ιδέτε τι μας έφερε το αφεντικό· πίττα, τυρί, κρασί. - Του ντάλιου τουν έχν φυλακή σήμιρα = Σήμερα είναι μέρα που δεν τρων τυρί.
Ντιρλίκ (του) η τροφή.
Ντιρλικώνου· τρώγω τόσο που να γίνεται ζημιά και στον εαυτό μου και στο νοικοκύρη.
Ντουϊανίκα (η) · η φούρκα που έχουν στο χέρι, για να μαζεύουν τα γουμάρια από πίσω. Θα σ' υρίσου καμμιά  μι d ντουϊανίκα = Θα σε βαρέσω καμμιά με τη φούρκα.
Ντούφινα (η) ·η φτωχειά χήρα, που είναι ιδιοκτήτης του μέρους, στο οποίο δουλεύουν. Έρραξιν η ντούφινα· υαλτζέ του όρματου = Ήλθε η κυρά· κάμνε καλή δουλειά.
Ντραγάτς (ου) · το βρακί. Υάλτζι του ντραγάτ τς   μουχούσας= Ιδέ το βρακί της κυράς.
Ντρανουβίτς (ου) · ο τρουβάς. Του ντρανουβίτ τουν πάτσιν αρβανίτις =Τον τρουβά τον γέμισε καλά καρύδια.
Ντριτσάλου (η) [ιδέ γκλιάγκλια] ·η ώρα. Ώι! Τι ντριτσάλου φσάει; Μανέφακα. = Ώι! τι ώρα είναι; Πείνασα. Έρραξιν τη ντριτσάλου· θα ν΄καψαλώσουμι = Ήλθε η ώρα· θα φύγουμε.

Ξ
Ξέρακας (ου) · α) το ψωμί, που είναι ξερό, στεγνό β) το ψωμί, που το τρων χωρίς να έχουν και φαεί.
Ξιφυλλνώ = Μιλώ, παρακινώ. Ξιφύλλτζι του μπαρό να μας φέρ' τσιότσιουν = Έλα, παρακίνα το αφεντικό, να μας φέρει κρασί.
Ξλόδουντου (του) · (η δικέλλα) το φκέλλι. Ν πάνα ν πάνα του  ξλούδουντου = απάνω απάνω παίρνε το χώμα με το φκέλλι· μη σκάφτης καλά.
Ξλόχτινου (του) · το φκέλλι. Ου  ρέμπους του  ζιόρδουσιν του ξλόχτινου = ο εργάτης τσάκισε το φκέλλι.
Ξνος (ου) · ο γύφτος μουσικός. Όρματους ξνος = Καλός τεχνίτης γύφτος ή μουσικός.
Ξφώνου ·  τρώγω πολύ, ώστε κάμνω ζημιά και στον εαυτό μου  και στο νοικοκύρη. Ξίφουσις ένα κιjαμέτ = Έφαγες πάρα πολύ
Ο
Ουξιότς  (ου) · το νερό. Ράξι τουν ουξιότ' =Πήγαινε, φέρε το νερό.
Όρματα (επίρρημα) ·  καλά. Υάλτζι  ν πραχάλα σ' όρματα =Κάμνε τη δουλειά σου καλά. - Α! Ν' πάτουσάμι όρματα =  Α!, Έφαγάμε πολύ καλά .
Όρματους, ουρματότιρους· α) καλός β) ωραίος, όμορφος, θαυμάσιος. Η μουχούσα φσάει όρματα στιρνάρια= η κυρά έχει ωραία στήθη.
Π
Πάτκις (οι) [ιδέ αγρόπατκου] · το κούτσουρο. Τις πάτκις στ' αγκάθια (ρίχνι τις )= Τα κούτσουρα μέσα στα αγκάθια (τίχνε τα).
Παλαέντς (ου) [ιδέ τισσιρουπόδαρου] ·το γαϊδούρι. Ου παλαέντς πήριν ουπάν τ' =το γαϊδούρι δυνάμωσε.
Παπούς (ου) · εκατοστάρικο χαρτονόμισμα. Δε υαλίζουμι παπούν στα χέρια μας =Δε βλέπουμε εκατοστάρικο στα χέρια μας.
Πασπάλ' ·αλεύρι σ' ελάχιστη ποσότητα. Βαρό πασπάλ' δε φσω = Αλεύρι ούτε κόκκον δεν έχω.
Πιλικούδα (η) [ιδέ αγκίδα] το κορίτσι. Όρματ' πιλικούδα = Όμορφο κορίτσι.
Πλαρ' (του)  ο αργάτης που παύει πρώτος τη δουλειά του  και αναχωρεί για το σπίτι του. Τσάξα πλαρ'!  άϊντι να ν παραχώσουμι. Είδα έναν που σχόλασε! Εμπρός και μεις να φύγουμε.
Πλατανόφλλα (τα) · τα  χιλιάρικα χαρτονομίσματα.
Πλια (τα)·οι ψείρες.
Πλιούφας (ου) · ο τραχανάς.
Πούφου (η) · η τσιγάρα. Ράξι μ' μια πούφου = Δος μου μι α τσιγάρα.
Πουγγίας (ου) · το τσουκάλι που βράζει.  Ου Πουγγίας  έχ΄ αγγούσα = Το τσουκάλι ακόμα χουρχουλάζει.
Πραχάλα (η) · α) η δουλειά, β) το γούστο, η επιθυμία.
Πραχαλνώ·  α) εργάζομαι β) τελειώνω γ) κάμνω καλά ή κακά το γούστο μου. Πραχάλτζι τ'  λιούτου όρματ' κι βγάνι τις μανούρις = Δουλεύει καλά τη λάσπη, βγάνε από μέσα τις πέτρες. - Πραχάλντσιν η ντριτσάλου = Τελείωσεν η ώρα.
Πραχάλτζμα (του) · α) η δουλειά β) η συνουσία . Η μουχούσα θέλ΄ πραχάλτζμα.
Πρίφτης (ου) · ο παπάς.
Προικιά (τα) · [ιδέ κόφτω προικιά] · α) ζημία β) πρόστιμο.
Ρ
Ράζου · α) έρχομαι β) δίνω. Ράξι να προφτάης μάνημα = Έλα να προφτάσης φαεί.  - Έραξιν γκατζιόρ' = Έδωσε χρήματα.
Ρέμπους (ου) · ο λασπατζής, ο υπηρέτης.
Ρούμπα (η) · η φορεσιά. Υάλτζι ρούμπα π' φσάει ου ρέμπους! Πρόσεξε να ιδής τι φορεσιά που έχει ο υπηρέτης.
Σ
Σαλαμαντούρια (τα)· τα εργαλεία του μάστορα. Ραξ' τα σαλαμαντούρια = Δώσε τα εργαλεία.
Σιόρους (ου) · το κρασί. Όρματους σιόρους! Τίνιαξι = Γλυκόπιοτο κρασί! Πιε.
Σ'κοπ (του) · ξυλοφόρτωμα.
Σκαρνώ · κλέβω. Σκάρνα καμπόσα μανάβια = Κλέψε μερικά καρφιά.
Σκλλί παζαριώτκου = Αυτός που αγαπάει να υβρίζει.
Σκουφιάζου · είμαι τελειωμένος. Σκούφιασιν τ'αμπέλ΄= Τέλειωσε το αμπέλι. -Σκουφιαντάν καψαλντάν = Μια που τελείωσε πρέπει και να φύγουμε.
Σπυρουτά (τα) · τα φασόλια, το ρεβίθι, το ρύζι. Ξίφουνι σπυρουτά = Τρώγε τα φασόλια κλπ.
Στάμους (ου) ο τεμπέλης.
Σύκου (του) · το αιδοίον.
Σούζουλου (του) [ιδέ γκαλιούρς] · ο ήλιος. Πάει να κοιμθή του σούζουλου = Έδυσεν ο ήλιος.
Στιρνάρια (τα) · τα αυγά.
Σχουριμένα (τα)· τα πλιθιά.
Τ
          Ταουσιάντς [1] (ου) · ο λαγός. Τουν άδραξα τουν ταουσιάν' = Τον έπιασα τον λαγό.
        Τιάνια  (η) · ο εντελώς μεθυσμένος. Δε μι φκιάντς Τιάνια = Δεν μπορείς να με μεθύσης, να γίνω σαν την Τιάνια.
       Τιόμπαλιας (ου) · ο βακαλάος. Όρματους τιόμπαλιας = Παχύς και νόστιμος βακαλάος.
          Τισσιρουπόδαρος (ου) · το γαϊδούρι.
          Τούντζα (η) · ο αμαθής.
          Τράους (ου) · ο δεσπότης.
          Τριουκέρατους (ου) · το αυτοκίνητο. Ραζ'  τριουκέρατους =  Έρχεται αυτοκίνητο.
          Τρύφλας (ου) · το κλαδευτήρι.
          Τσακίζου· βλέπω πρώτος. Τσάξα πλαρ',  αχ τουν Παρασκιβά = Είδα έναν σχόλασεν, κ' εμείς θα φύγουμε.
          Τρώου κράνα· θερμάινομαι, έχω θέρμη, πυρετό.
          Τσέρα (τα) [ιδέ αγουιάτις] · οι γάμπες. Φσάει όρματα = Έχει ωραίες γάμπες.
          Τσέργα (η) ·η βελέντσα.
          Τσέρτζας (ου) ·ο κουρελιάρης.
Τσιουλνώ· σκοτώνω. Τουν τσιόλτσαν = Τον σκότωσαν.
Τσιουρς (ου) · ο κλέφτης.
Τσιουρεύου · κλέφτω.
τσιούρλα· μεθυσμένος.
Τσλίζου · εννοώ, καταλαβαινω. Τα τσλιζ' ου μπαρός = τα καταλαβαίνει ο κύριος .
Τσουξ τουν λόϊα = Πες του βρισιές πολλές.
Τσούφα (η) · το καπνό.
Τζιν · στη φράση· Τουν έφκιασα τζιν[2] =Το έκαμα έξω φρενών.
Υ
Υαλίζου· α) βλέπω β) κάμνω. Υαλίζ' ου μπαρός = Βλέπει το αφεντικό. -Υάλτζι ν πραχάλα σ' , ν καψάλουσιν ου μπαρός = Κάμνε τη δουλειά σου, γιατί το αφεντικό έφυγε.
Υαλτστιρά  (τα) · α) τα μάτια β) τα παράθυρα. Υάλτσι τα μουχούσας τα υαλτστιρά = Πρόσεξε τα μάτια της κυράς.- Του ίσιασιν ου κούδας του υαλτστιρό= Το έσπασεν το παράθυρο ο μάστορας.
Φ
Φαγάνις (οι) ·οι δικηγόροι μα και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Θέλ΄να τς ράξς τα φαγάνα να φάη κι μιτά να σ' αθουώσ' = Πρέπει να ξοδιάσης, να σου φάη πολλά  λεφτά ο δικηγόρος.
Φαρμακώνου· όπως ντιρλικώνου·τρώγω. Φαρμακών΄ ένα κιjαμέτ = Τρώει πάρα πολύ.
Φόγγου  (η) · η φωτιά.
Φουραδίτκα (τα) ·τα καυσόξυλα , μα και τα ξύλα της οικοδομής. Ια  τα φουραδίτκα τόκουψαν προικιά = Για τα ξύλα του έριξαν πρόστιμο.
Φτιρουτή (η)· η αρνίθα. Κουρδώθκιν η φτιρουτή = Ψόφησε η αρνίθα.
Φράγκους· στη φράση· Τουν έφκιασαν Φράγκουν = Τον θύμωσα πολύ, πάρα πολύ.
Φρέ'σκου  (του)· η φυλακή. Τουν έβαλαν στο φρέσ'κου = Τον έβαλαν στη φυλακή.
Φσω· α)έχω, β) είμαι. Φσάου γκατζιορ'  = Έχω χρήματα. -Φσάει όρματ' η μουχούσα = Είναι ωραία η κυρία.
Χ
Χήνα (η) [ιδέ πλατανόφλλου] το χιλιάρικο χαρτονόμισμα. Αν μανέψς καναδυό χήνις, μλωντς = Όταν σου δώσουν μερικά χιλιάρικα, ησυχάζεις.
Χουζούρου (η) · η βροχή. Η χουζούρου μας έφκιασιν λούστρα = Η βροχή μας κατάβρεξε.
Χουχούτς (ου) · ο άμμος.
Χουρεύου · δέρνω.
Ψ
Ψουρουκώστινα · α) η φτωχολογιά, η τάξη των εργατών  β) η Ελλάδα. Υαλίζ' να τσλιζ' η ψουρουκώστινα τα κουδαρίτκα = ενδιαφέρονται οι αργάτες να ξέρουν τα κουδαρίτικά